10 March 2012

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος - Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...


                                            

                        μουσικό θέμα: Μάνος Χατζηδάκις- Το χαμόγελο της Τζοκόντας
" Όταν έρχονται τα σύννεφα"



                                                           Ἄσ᾿ τὴ βάρκα...




Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.

Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,

γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.

Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;

Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;

Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,

ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.





Ο Κ. Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1868. Πέθανε εν πλώ στο Ιόνιο Πέλαγος, ταξιδεύοντας προς το Πρίντεζι της Ιταλίας το 1920. Μυθιστοριογράφος, ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού στην Ελλάδα. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Μεσολόγγι και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για ένα σύντομο διάστημα άσκησε τη δικηγορία* στο Αγρίνιο, αλλά λόγω της μεγάλης κτηματικής περιουσίας, που κληρονόμησε από τους θετούς γονείς του, εγκατέλειψε το επάγγελμά του και στράφηκε στα Γράμματα. Εγκαταστάθηκε τότε στην Αθήνα και αναμίχθηκε ενεργά στη λογοτεχνική ζωή της πόλης, όπως εξάλλου και ο αδελφός του Δημήτρης Χατζόπουλος, διηγηματογράφος και μεταφραστής (γνωστός με το ψευδώνυμο «Μποέμ»). Το 1897 πήρε μέρος ως έφεδρος αξιωματικός του στρατού στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και, αμέσως μετά την αποστράτευσή του, ίδρυσε και διηύθυνε το περιοδικό Τέχνη που, αν και βραχύβιο (1898 99), αποτέλεσε σταθμό για την ποιότητα της ύλης του και την ενημέρωσή του πάνω σε τρέχοντα διεθνή ζητήματα κουλτούρας. Το 1900 ο Χατζόπουλος έφυγε για τη Γερμανία με σκοπό να μελετήσει συστηματικά τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης. Έχοντας ήδη προσχωρήσει στο δημοτικισμό, ίδρυσε και στις πόλεις Μόναχο και Βερολίνο «Αδελφάτα της Δημοτικής», όπου συγκεντρώνονταν Έλληνες και Γερμανοί διανοούμενοι που ενδιαφέρονταν για το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα. Στο διάστημα της εκεί παραμονής του δέχτηκε την επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών, που τότε άρχιζαν να κυκλοφορούν στις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες. Ίδρυσε μάλιστα στο Μόναχο τη «Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση» και μετέφρασε στη δημοτική το Κομμουνιστικό Μαvιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε στον Εργάτη του Βόλου. Εξάλλου, όπως ο φίλος του πεζογράφος Κωνσταντίνος Θεοτόκης, υιοθέτησε και αυτός, για ένα σύντομο όμως διάστημα, την τότε κυριαρχούσα τάση των νατουραλιστών συγγραφέων να αποδίδουν ρεαλιστικά το περιβάλλον, τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους. Με την έκρηξη του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου, ο Χατζόπουλος επέστρεψε (1914) στην Ελλάδα και άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα και μυθιστορήματα που είχε γράψει κατά καιρούς στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Φανατικός υποστηρικτής στην αρχή της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον συνέδραμε σε πολλές περιπτώσεις με τις γνώσεις που είχε αποκτήσει στο εξωτερικό. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εδώ παραμονή του και ως τον αιφνίδιο θάνατό του (ενώ επέστρεφε από ταξίδι του στην Ελλάδα) συνεργάστηκε, κυρίως ως κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, με περιοδικά όπως Ο Διόvυσος, Ο Νουμάς, η Νέα Ζωή και τα Γράμματα Αλεξανδρείας και το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου, του οποίου ήταν και βασικό στέλεχος. 
Ο Κ. Χατζόπουλος εμφανίστηκε στη νεοελληνική λογοτεχνία το 1885 με τη δημοσίευση ποιημάτων του στο περ. Εβδομάς του Δ. Καμπούρογλου, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός. Αρκετά αργότερα, μετά τη θητεία του στο σοσιαλισμό και στις νεωτερικές τότε απόψεις περί ρεαλισμού, όπως τις γνώρισε στη Γερμανία και τη Γαλλία, προσπάθησε να αναπαραστήσει με όσο γίνεται πιστότερο τρόπο τη ζωή της ελληνικής επαρχίας, θέλοντας όχι μόνο να απεικονίσει τα κρατούντα ήθη αλλά και να καταγγείλει έμμεσα την καθυστέρηση σε όλα τα επίπεδα της αγροτικής κοινωνίας και την πνιγηρή ατμόσφαιρα σε κάθε εκδήλωση της καθημερινής της ζωής. Τα θέματα άλλωστε αυτά τον απασχόλησαν λίγο ως πολύ και στα επόμενα βιβλία του, τουλάχιστον στον κύκλο των πεζογραφημάτων του, τα οποία πραγματεύονται τη ζωή στην ύπαιθρο Ελλάδα στις αρχές του 20ού αι. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται από το ένα βιβλίο του στο άλλο έγκειται στο ότι ο συγγραφέας με γοργό  ρυθμό αποκολλήθηκε από Το αρχικό ιδεώδες της νατουραλιστικής διαγραφής των γενικών όρων, οι οποίοι αποδίδουν και χαρακτηρίζουν το καθεστώς της αγροτικής κοινωνίας, και κατόρθωσε να εμβαθύνει περισσότερο στις αιτίες, όχι απαραίτητα οικονομικής φύσεως, της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 
 Στα βιβλία του Κ. Χατζοπούλου συγκαταλέγονται τέσσερις συλλογές ποιημάτων με έντονα λυρικοπαθές ύφος και μουσικά τονισμένο λόγο: Τα τραγούδια της ερημιάς (1898), Τα ελεγεία και τα ειδύλλια (1898), Απλοί τρόποι (1920), Βραδυνοί θρύλοι (1920). Στο πεζογραφικό του έργο υπάρχουν τρεις συλλογές διηγημάτων, Αγάπη στο χωριό (1910), Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα (1916), Η Αννιώ και άλλα διηγήματα (1923, μεταθανάτια έκδοση), οι νουβέλες Υπεράνθρωπος (1915), Ο Πύργος του ακροποτάμου (1915. νεότερη έκδοση με εισαγωγή και επιμέλεια Γ. Βελουδή, 1986), Φθινόπωρο (1917, νεότερη έκδοση, 1987). Η αγάπη του για το θέατρο τον έκανε να μεταφράσει αρκετά έργα του ευρωπαϊκού δραματολογίου, όπως τον Φάουστ και την Ιφιγένεια εν Ταύροις του Γκαίτε, την Ηλέκτρα του Χόφμαννσταλ, τον Επιθεωρητή του Ν. Γκόγκολ, την Κυρά της θάλασσας και το Όταν θα ξυπνήσουμε νεκροί του Χ. 'Ιψεν, Τα μυστήρια του Α. Στρίντμπεργκ. 
 (από άρθρο του ΑΛΕΞ ΖΗΡΑ στην Εγκυκλοπαίδεια της Εκδοτικής Αθηνών)

No comments: