27 Μαΐου 2018

Αναστασιάδης Στέλιος - ζωγράφος (Χανιά 1926- Αθήνα 1991)



Από το αρχείο της ΕΡΤ: Περισκόπιο

Αναστασιάδης Στέλιος







Η περίπτωση του Στέλιου Αναστασιάδη (Χανιά 1926- Αθήνα 1991) σπανίζει, γιατί πρόκειται για έναν ζωγράφο που επέλεξε να μην εκθέσει ποτέ τα έργα του αλλά και επειδή η πολυτάραχη ζωή του είναι από μόνη της ένα έργο τέχνης.

Ζωγράφος, μάγειρας, ηθοποιός, μποέμ, κοσμοπολίτης, περιθωριακός, με μια ζωή μυθιστορηματική , παρέμεινε γνήσιος καλλιτέχνης, ακολουθώντας ενιαία γραμμή στη ζωή και την τέχνη του, μακριά από σχολές και δόγματα, γκαλερί και τεχνοκριτικούς. 

Οι μνημειακοί πίνακές του με τα Κυκλαδίτικα νησιά και τα σπάνιας δύναμης πορτρέτα χαρακτηρίζουν το έργο του.

Ισάξιας δύναμης υπήρξε και ο μύθος του, που πολλές φορές επισκίασε την ζωγραφική του. 

Από την περιπετειώδη ζωή του ο Στρατής Τσίρκας εμπνεύστηκε τον αντιήρωα ``Κακομοίρα`` στο μυθιστόρημά του `` Χαμένη Aνοιξη`` ενώ ο σκηνοθέτης Σταύρος Τορνές τον έκανε πρωταγωνιστή στις ταινίες του `` Καρκαλού`` και αλεπουδάνθρωπο στο σουρεαλιστικό `` Ντανίλο τρέλες``.

Ο γλύπτης Μέμος Μακρής και ο συγγραφέας Δημήτρης Χατζής στην Ουγγαρία έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη ζωή του, όπως και ο γλύπτης Κώστας Κουλεντιανός στην Γαλλία.

Αγαπημένος του ζωγράφος παρέμεινε ο μεγάλος Φερνάν Λεζέ, στο ατελιέ του οποίου στο Παρίσι, μαθήτευσε αν και, όπως ο ίδιος ο Στ. Αναστασιάδης είχε ομολογήσει, `` δεν πρέπει να του πήγαινε σχεδιαστικά και τον είχε πετάξει έξω δυο-τρεις φορές από το ατελιέ του`. 

Ο Στέλιος Αναστασιάδης μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια κοντά στον πατέρα του που διατηρούσε ζυθεστιατόριο και σε φοιτητική ηλικία, το 1945, με εφόδιο το σχεδιαστικό του ταλέντο έφυγε για την Γαλλία.

Τα χρόνια εκείνα, μυήθηκε στην καλλιτεχνική ζωή του Παρισιού, ήρθε σε επαφή με τα ρεύματα της μοντέρνας τέχνης και μελέτησε τους μεγάλους δασκάλους της αναγέννησης στα Μουσεία.

Στη συνέχεια, σε ηλικία 22 ετών, φθάνει το 1949 στην Βουδαπέστη με τα μέλη της γαλλικής αντιπροσωπείας για να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Νεολαίας που οργάνωνε τότε το ``σοβιετικό μπλοκ``. Θα παραμείνει ως το 1956, οπότε φεύγει μετά την εξέγερση κατά της σοβιετικής στρατιωτικής επέμβασης.

Στην αρχή τον εντάσουν στην κοινότητα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, που είχαν μεταφερθεί εκεί μετά τη λήξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και εργάζεται υποχρεωτικά για κάποιους μήνες σε κρατικό αγρόκτημα.

Λίγους μήνες αργότερα εγγράφεται στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βουδαπέστης, με δασκάλους κάποιους φημισμένους Ούγγρους φιλοσόφους και ιστορικούς τέχνης.

Δουλεύει παράλληλα σε μουσεία, σαν επιμελητής.

`` Τα χρόνια που περνάει ο Αναστασιάδης στην Ουγγαρία είναι τα πιο σκληρά: το νέο καθεστώς επιβάλει το αισθητικό δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Οι παραδόσεις του εξπρεσιονισμού και της αφαίρεσης αλλά και τα μετά – ιμπρεσιονιστικά επιτεύγματα της Σχολής της Nagybanya των αρχών του αιώνα δεν παύουν όμως να επιβιώνουν στο μεγάλο αυτό καλλιτεχνικό κέντρο που λέγεται Βουδαπέστη``, λέει ο καθηγητής ιστορίας της τέχνης, Νίκος Χατζηνικολάου, προλογίζοντας το λεύκωμα `` Στέλιος Αναστασιάδης``, που εκδόθηκε το 2000, από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης και περιλαμβάνει όλο το διασωζώμενο έργο του καλλιτέχνη, που βρίσκεται συγκεντρωμένο σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελβετία, Αθήνα, Γαλλία, Αγγλία και Ουγγαρία.

Τα χρόνια εκείνα, μέσα σε τραγικές αντιξοότητες, στο κλίμα της σταλινικής τρομοκρατίας, σφραγίστηκαν για τον Στέλιο Αναστασιάδη με βαριά κατάθλιψη που είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή του σε ψυχιατρείο, από το οποίο βγήκε ήρεμος και απαθής.

Εγκαταλείπει πεζός την Βουδαπέστη ,το 1956, με προορισμό την Βιέννη διασχίζοντας ένα ναρκοπέδιο στα σύνορα, με τα μόνα του υπάρχοντα – ένα εγγλέζικο τσαγιερό και ένα ρολόι που του χάρισε κάποιος ρώσος στρατιώτης. Καποτε ,φθάνει στο Λονδίνο για να συναντήσει την Αγγλίδα σύζυγό του και τα παιδιά του, και εργάζεται στον οίκο Rathbone Books, στην εικονογράφηση βιβλίων του Μπέρτραν Ράσελ κι αρχίζει ξανά να ζωγραφίζει.

Η εμβληματικότητα του ανθρώπινου προσώπου από αυτή την εποχή της Αγγλίας, γίνεται πια σταθερό χαρακτηριστικό της ζωγραφικής του, στις προσωπογραφίες που θα κάνει έως το τέλος, σχεδιασμένες με κάρβουνο σε χαρτί πάντα μεγαλύτερες από το φυσικό μέγεθος.

Η έλλειψη οικονομικών πόρων , του απαγορεύει να πληρώνει μοντέλα και αρχίζει να συχνάζει στους σταθμούς του μετρό για να βρεί ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες. Τους πείθει να ποζάρουν. Το μοντέλο, όταν το ζωγραφίζει δεν παραμένει ακίνητο, πρέπει να ζει, να κινείται ελεύθερα και κυρίως να επικοινωνεί με τον ζωγράφο.

Παρόλη την οικονομική του ανέχεια απορίπτει παραγγελίες πορτρέτων γιατί του ήταν αδύνατο να κάνει την προσωπογραφία οποιουδήποτε.Έπρεπε ο άνθρωπος να τον συγκινήσει και να αισθανθεί γι΄αυτόν φιλία.

Σε όλη του τη ζωή θα συνεχίσει έτσι, παραμένοντας πιστός και στην επιλογή του να μην ζωγραφίζει `` παιδιά, γενειοφόρους και μυστακοφόρους ``, όπως έλεγε.

Για τις σπάνιας δύναμης προσωπογραφίες του καλλιτέχνη ,ο καθηγητής Ν. Χατζηνικολάου σημειώνει ότι η μοναδικότητά τους συνυπάρχει με το γεγονός ότι ``από μια σκοπιά έχουμε γλυπτά, που στο επίπεδο του κυρίως προσώπου συρικνώνονται σε μια μάσκα, με μεγάλα λευκά ανοίγματα που είναι κολλημένοι οι βολβοί των ματιών``.

Τα κεφάλια γεμίζουν το σύνολο της επιφάνειας του έργου. Συνήθως τα πρόσωπα μας κοιτάζουν κατάματα. Μοναχικά, σε περισυλλογή αλλά ταυτόχρονα ανοιχτά προς εμάς τους τρίτους.

``Τα άτομα αυτά , άνδρες και γυναίκες , δεν έχουν ηλικία, δεν έχουν ιστορία, δεν παραπέμπουν σε τίποτα έξω απ΄τον εαυτό τους. Είναι γυμνά… Ακόμη κι εκεί που κοιτάζουν κατάματα τον θεατή , κοιτάζουν προς αυτόν αλλά δεν τον βλέπουν. Ο καθένας μόνος, χωρίς ιστορία, χωρίς παρελθόν, βορά στο αδηφάγο μάτι του θεατή. `` αναλύει ο Ν. Χατζηνικολάου.

Κι ακόμα, ``οι παχιές μαύρες λωρίδες που οργανώνουν την επιφάνεια προσδίδουν στα πρόσωπα αυτά κάτι το αντικειμενικό, μια υπόσταση που τα κάνει να είναι ανθεκτικά στη μεγάλη χρονική διάρκεια. Ο έστω υποσυνείδητο συνειρμός με τα βιτρώ, κυρίως προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργεί``.

Ο Στέλιος Αναστασιάδης, μετά την Αγγλία, ξαναγυρίζει το 1960 στο Παρίσι για τέσσερα χρόνια, όπου ζωγραφίζει και εργάζεται περιστασιακά, μεταξύ άλλων και ως ανειδίκευτος εργάτης, καθαριστής υπονόμων, διορθωτής στον εκδοτικό οίκο Hachette.

Επιστρέφει εξαθλιωμένος στην Ελλάδα το 1964, την πατρίδα του που δεν γνώριζε, εγκαθίσταται στην Αθήνα, και επισκέπτεται τις βυζαντινές εκκλησίες της Κρήτης. Συλλαμβάνεται ως ανυπότακτος κι ελευθερώνεται μετά από ενέργειες φίλων του. Παρουσιάζει καθημερινά, τις μαγειρικές του συνταγές, στη ραδιοφωνική εκπομπή ``Σύγχρονη γυναίκα`` .

Στην δικτατορία, βοηθά τον αντιδικτατορικό αγώνα, μεταφέροντας πληροφορίες στο εξωτερικό, ζει πάμφτωχος , αλλάζει τακτικά διευθύνσεις και ανακαλύπτει τα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά .Περνά δύο χειμώνες στη Σαντορίνη , ζωγραφίζοντας και σχεδιάζοντας. Τα χρόνια της Ελλάδας, ιδιαίτερα την δεκαετία του εξήντα και εβδομήντα είναι από τα πιο δημιουργικά του ζωγραφικά. 

Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ταξιδεύει στην Ιταλία, ευτυχισμένος που βλέπει τους αυθεντικούς Λορεντζέτι, τον εντυπωσιάζει ιδιαίτερα το Γκούμπιο, η Ασσίζη, η Περούτζια. Ταξιδεύει στη Ζυρίχη, Παρίσι, Λονδίνο όπου και ξανάρχεται σε επαφή με τα παιδιά και την γυναίκα του , που τον επισκέπτονται περιστασιακά στην Ελλάδα.

Ζωγραφίζει τις Κυκλάδες, και όπως και στα πορτρέτα έτσι και στα τοπία του τον ενδιαφέρει ``η τεκτονική πλευρά των πραγμάτων``.

Ο θεατής αναγνωρίζει στοιχεία του οικισμού, τα οποία ο καλλιτέχνης τοποθετεί ελεύθερα μέσα στη σύνθεση ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί και άλλες συνθέσεις με εξολοκλήρου φανταστικά χωριά.

Το τοπίο της Σαντορίνης, που ζωγράφισε το 1974 ο Στ. Αναστασιάδης με κάρβουνο, ( σε διαστάσεις 100 επί 150 εκ), είναι ένα `` ανατολίτικο χαλί χωρίς χρώματα, δαντέλα λεπτοδουλεμένη στο λευκό και στο μαύρο, όπου αναδύονται μέσα από το απαλό γκρίζο τα μαύρα βράχια με τα λευκά κτίσματα. Ένας κόσμος απέραντος χωρίς αρχή και χωρίς τέλος``, λέει προλογίζοντας το λεύκωμα ο Νίκος Χατζηνικολάου.

Η μοναδική φορά που εξέθεσε το έργο του, ήταν το 1979, σε μια γκαλερί στη Νέα Ιωνία, όπου τα έργα του, όσα ήταν προς πώληση, τα αγόρασε ένας και μοναδικός αγοραστής.

ΝΑΤΑΣΑ ΔΟΜΝΑΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: